Βασικές αρχές τής αρχαιολογίας

Η κατανόηση και η ερμηνεία της ανθρώπινης δραστηριότητας και συμπεριφοράς, κατά το απώτερο παρελθόν, μέσω της μελέτης -ανασύστασης και  ανάλυσης- των υλικών καταλοίπων (τέχνεργα, κατασκευές, κτίσματα, οικολογικά κατάλοιπα κλπ.) που άφησαν πίσω τους οι πολιτισμοί του παρελθόντος αλλά και η προστασία του αρχαίου παρελθόντος, συνιστούν αυτό που ονομάζουμε ανθρωπιστική επιστήμη της Αρχαιολογίας.

Η Αρχαιολογία καλύπτει ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών ενδιαφερόντων που άπτονται και άλλων συγγενών με αυτήν ειδικοτήτων, όπως η Ιστορία της Τέχνης, η Εθνολογία, η Λαογραφία, η Κοινωνιολογία και η Ανθρωπογεωγραφία, ενώ οι αρχαιολόγοι συνεργάζονται στενά με επιστήμονες όχι μόνον των κοινωνικών επιστημών αλλά και των θετικών, όπως τοπογράφους, αρχιτέκτονες, φυσικούς, χημικούς, γεωλόγους, κ.α..

Παρουσιάζω τις σημαντικότερες εκ των βασικών αρχών (έννοιες, παράγοντες, μέθοδοι) που διέπουν την αρχαιολογία ως επιστημονικό κλάδο.

 

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 Η σημασία της αρχαιολογικής μαρτυρίας έγκειται στη συμπύκνωση του συνόλου των αρχαιολογικών ευρημάτων  -ή αλλιώς, των υλικών καταλοίπων της αρχαίας ανθρώπινης συμπεριφοράς-  που ανακαλύπτονται και καταγράφονται από τους αρχαιολόγους, σ’ έναν όρο.

Η αρχαιολογική μαρτυρία, δηλαδή το σύνολο των αρχαιολογικών ευρημάτων -προϊόντα της αρχαίας ανθρώπινης δραστηριότητας και όχι αποτελέσματα της ενέργειας των φυσικών δυνάμεων- που καταγράφονται,  διακρίνεται στις κατηγορίες των τεχνέργων, των κατασκευών, των κτισμάτων και των οικοδεδομένων.

 Όλα τα κινητά ευρήματα που έχουν κατασκευαστεί ή τροποποιηθεί απ’ τον άνθρωπο, όπως είναι τα εργαλεία, τα όπλα, τα αγγεία, τα αγάλματα κ.λ.π., συγκροτούν το σύνολο της κατηγορίας των τεχνέργων.  Όλα τα μη κινητά ευρήματα  που έχουν κατασκευαστεί ή τροποποιηθεί απ’ τον άνθρωπο και είναι αδύνατον ν’ αποσπασθούν ακέραια χωρίς να καταστραφούν, όπως είναι τα πηγάδια, αυλάκια, εστίες, βωμοί, τάφοι, κ.λ.π., συγκροτούν το σύνολο της κατηγορίας των κατασκευών.  Στην κατηγορία των κτισμάτων εντάσσονται όλα τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, όπως κατοικίες, εργαστήρια, ανάκτορα, ναοί, δημόσια κτήρια κ.λ.π., και στην τέταρτη κατηγορία των οικοδεδομένων ανήκουν τα οργανικά κατάλοιπα του φυσικού περιβάλλοντος που είχαν σχέση με την αρχαία πολιτισμική συμπεριφορά, όπως τα οστά των ζώων, η στάχτη, οι σπόροι, οι καρποί, μεταλλεύματα, ιζήματα, κ.λ.π.

Η επιφάνεια της γης, στην οποία τα αρχαιολογικά δεδομένα απαντώνται σε υψηλές πυκνότητες, ονομάζεται αρχαιολογική θέση.  Καθ’ εκάστη εκ των αρχαιολογικών θέσεων δύναται να διαφοροποιείται ως προς το περιεχόμενο (να αποτελείται από μία ή από συνδυασμό των ως άνω κατηγοριών), τη λειτουργία (διάκριση αρχαιολογικών θέσεων ανάλογα με τη λειτουργία τους: σε σπήλαια, σε ιερά, σε καταυλισμούς, σε λατομεία, σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κλπ.) , το μέγεθος και τη μορφή (ολόκληρος οικισμός ή μεμονωμένο μνημείο), την διάρκεια της χρήσης (για σύντομο χρονικό διάστημα ή για αιώνες ή και χιλιετίες).

 

Η ΣΥΝΘΕΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Πληρέστερη είναι η ερμηνεία της αρχαιολογικής μαρτυρίας εάν ληφθούν υπόψιν οι παράγοντες που την διαμορφώνουν.  Δηλαδή, εάν ληφθεί υπόψιν  α) η ανθρώπινη συμπεριφορά ή δραστηριότητα που έδωσε την αρχική μορφή (πολιτισμικοί παράγοντες διάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας),  β) η ανθρώπινη συμπεριφορά και οι περιβαλλοντικές συνθήκες που επενέβησαν μεταγενέστερα (πολιτισμικοί ή περιβαλλοντικοί παράγοντες μετάπλασης, είτε είναι παράγοντες φθοράς είτε συντήρησης),  γ) το ενδιαφέρον και την ικανότητα των αρχαιολόγων να εντοπίσουν τους παράγοντες αυτούς μέσα από την μελέτη του αρχαιολογικού πλαισίου των ευρημάτων.

Η ανθρώπινη συμπεριφορά αφήνει τα σημάδια της στα αρχαία υλικά κατάλοιπα μέσα από μια ποικιλία δραστηριοτήτων όπως οι ακόλουθες (πολιτισμικοί ή ανθρωπογενείς παράγοντες διάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας): α) Δραστηριότητες που σχετίζονται με τα τρία στάδια στον κύκλο της ζωής των τεχνέργων, των κατασκευών, των κτισμάτων, των οικοδεδομένων και τα οποία είναι:  η κατασκευή, η χρήση και η απόρριψη.  Σε οποιοδήποτε από τα τρία στάδια της ύπαρξής τους, τα τέχνεργα κλπ. μπορούν να γίνουν μέρος της αρχαιολογικής μαρτυρίας.  β)  Τελετουργικές δραστηριότητες όπου τα τέχνεργα κλπ. αποτίθενται σε κρύπτες ή σε ναούς ως αναθήματα.  γ)  Δραστηριότητες απόκρυψης τεχνέργων, π.χ. νομισμάτων ή κοσμιμάτων.  δ)  Δραστηριότητες ενταφιασμού νεκρών που έχουν αποτέλεσμα την απόθεση ταφών ή καύσεων.

Οι παράγοντες μετάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας μπορεί να είναι πολιτισμικοί, δηλαδή η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να έχει προκαλέσει φθορά στα αρχαία υλικά κατάλοιπα μέσα από δραστηριότητες επαναχρησιμοποίησης των υλικών καταλοίπων, την μερική ή ολική ανακύκλωσή τους ή μέσα από δραστηριότητες διαταραχής των υλικών καταλοίπων στις πρωτογενείς αποθέσεις τους αλλά μπορεί και έχει ευνοήσει τη συντήρηση της αρχαιολογικής μαρτυρίας, όπως στις περιπτώσεις μουμιοποίησης των νεκρών ή στις περιπτώσεις εμπρησμού.  Στη μετάπλαση της αρχαιολογικής μαρτυρίας εντάσσονται και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες (χημικοί, φυσικοί, βιολογικοί).

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

 Το αρχαιολογικό πλαίσιο που είναι η ακριβής χωροχρονική θέση ενός ευρήματος, μαζί με το άμεσο περιβάλλον του και προσδιορίζεται με βάση: α) το περίβλημα, δηλαδή το υλικό που περικλείει και συγκρατεί το εύρημα, β) την προέλευση του ευρήματος, δηλαδή την ακριβή οριζόντια και κάθετη θέση του ευρήματος μέσα στο περίβλημα που ανακαλύφθηκε και γ) την συσχέτιση του ευρήματος με τα υπόλοιπα ευρήματα που ανακαλύφθηκαν μέσα στο ίδιο περίβλημα.  Ανάλογα δε με την κατάσταση του αρχαιολογικού πλαισίου την στιγμή της ανακάλυψής του, δηλαδή ανάλογα με το αν έχει υποστεί οποιαδήποτε μεταβολή από την στιγμή της απόθεσής του έως την ανακάλυψή του, διαχωρίζεται σε πρωτογενές και δευτερογενές πλαίσιο.

 Στην συσχέτιση των ευρημάτων μιας αρχαιολογικής θέσης βασίζονται δύο θεμελιώδεις αρχές της αρχαιολογίας: η αρχή της συσχέτισης, σύμφωνα με την οποία ένα εύρημα είναι σύγχρονο με άλλα ευρήματα που βρίσκονται στο ίδιο περίβλημα με αυτό, και η αρχή της επαλληλίας, σύμφωνα με την οποία τα στρώματα της Γης είναι διατεταγμένα το ένα πάνω στο άλλο διαδοχικά, με τα κατώτερα να αποτελούν τα αρχαιότερα στρώματα. Στην δεύτερη αυτή αρχή βασίζεται και η στρωματογραφία, η μελέτη δηλαδή της διαστρωμάτωσης μιας αρχαιολογικής θέσης και που αποτελεί τη βασική αρχή της ανασκαφής και το σημαντικότερο εργαλείο της αρχαιολογίας, αφού δίνει τη δυνατότητα στους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν τις διάφορες πολιτισμικές φάσεις μιας αρχαιολογικής θέσης.  Ανάλογα με τη θέση, τα στρώματα ποικίλλουν σε πάχος, σύσταση, χρώμα και περιεχόμενο, και μπορούν να είναι πολιτισμικά ή και φυσικά.

 

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ, ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ – ΑΝΑΣΚΑΦΗ

 Ενώ μέχρι πριν μερικές δεκαετίες το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων επικεντρωνόταν αποκλειστικά σχεδόν στις ανασκαφικές εργασίες, σήμερα δίνεται μεγαλύτερη σημασία στον εντοπισμό και καθορισμό των αρχαιολογικών θέσεων και δεδομένων. Ο λόγος είναι ότι μας παρέχουν μια πληθώρα χρήσιμων πληροφοριών που αφορούν τόσο ολόκληρο το φάσμα των αρχαιολογικών θέσεων – σε αντίθεση με την ανασκαφή που επικεντρώνεται σε μια αρχαιολογική θέση αποκλειστικά – όσο και άλλα στοιχεία του αρχαίου τοπίου μιας γεωγραφικής περιοχής (π.χ. αρχαία οδικά δίκτυα, αρδευτικά έργα κλπ.).

Οι βασικές μέθοδοι έρευνας που αφορούν το στάδιο εντοπισμού και καθορισμού των αρχαιολογικών θέσεων και δεδομένων είναι τρεις: α) η έρευνα από τον αέρα και το διάστημα, β) η έρευνα επιφανείας και γ) η έρευνα υπεδάφους.

Η έρευνα από τον αέρα και το διάστημα γίνεται είτε με αεροφωτογράφηση είτε με τηλεπισκόπηση από εναέρια ραντάρ και δορυφόρους. Η αεροφωτογράφηση συμβάλλει στον καθορισμό των ορίων της υπό εξέταση γεωγραφικής περιοχής και του αριθμού των θέσεων που περιέχει.  Επίσης, μας δίνει κάποιες προκαταρκτικές πληροφορίες αναφορικά με το μέγεθος, τη μορφή και τη λειτουργία των θέσεων αυτών. Τέλος, βοηθάει στον εντοπισμό άλλων χαρακτηριστικών του αρχαίου τοπίου, λ.χ. οδών, αρδευτικών έργων, κ.ά.. Η χρήση των εναέριων ραντάρ και των δορυφόρων, εξάλλου, καθιστά δυνατό τον εντοπισμό και τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης διαφόρων αντικειμένων στην επιφάνεια της Γης. Η έρευνα επιφανείας συνίσταται στην μελέτη της επιφάνειας του εδάφους της υπό εξέταση περιοχής με στόχο τον εντοπισμό των ορατών αρχαίων υλικών καταλοίπων. Αποτελεί δε το προσφορότερο μέσο για τη διαχρονική μελέτη της αρχαίας ανθρώπινης συμπεριφοράς, όσον αφορά τόσο τις αστικές όσο και τις αγροτικές δραστηριότητες μιας ολόκληρης γεωγραφικής περιοχής.  Η έρευνα υπεδάφους, τέλος, περιλαμβάνει γεωφυσικές, γεωχημικές και γεωτρητικές μεθόδους. Οι γεωφυσικές μέθοδοι χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό ανωμαλιών μέσα σε ένα ομοιογενές υπέδαφος ή στο βυθό της θάλασσας, που οφείλονται σε ανθρώπινη επενέργεια.  Οι γεωχημικές μέθοδοι βοηθούν στον προσδιορισμό θέσεων όπου υπήρξε ανθρώπινη κατοίκηση και αγροτική δραστηριότητα. Οι γεωτρητικές μέθοδοι χρησιμοποιούνται «για την ανεύρεση θαμμένων αρχαιολογικών καταλοίπων, τον υπολογισμό του βάθους τους, την εξέταση της συνοχής τους και τη διαμόρφωση μιας ιδέας για τη στρωματογραφία τους»

Η ανασκαφή αποτελεί το κυριότερο και πιο αξιόπιστο μέσο ανεύρεσης αρχαιολογικών δεδομένων και αποτελεί το επόμενο στάδιο μετά τον εντοπισμό και καθορισμό των αρχαιολογικών θέσεων.  Κατά τη διαδικασία της ανασκαφής αφαιρούνται σταδιακά τα επάλληλα οριζόντια στρώματα μιας αρχαιολογικής θέσης. Τα στρώματα αυτά καταγράφονται για να προσδιοριστεί η στρωματογραφία της θέσης. Ταυτόχρονα καταγράφονται και όλα τα ευρήματα που ανακαλύπτονται σε κάθε στρώμα, καθώς και τα αρχαιολογικά πλαίσια των ευρημάτων. Το γενικό αρχείο της ανασκαφής που θα καταρτιστεί αποτελεί την βάση για την μετέπειτα ταξινόμηση, ανάλυση και ερμηνεία των ευρημάτων. «Στόχος της ανασκαφής είναι η μετέπειτα ανασύνθεση, με βάση τις πληροφορίες αυτές, μιας τρισδιάστατης εικόνας της θέσης και, κατ’ επέκταση, η κατανόηση και ερμηνεία της κάθετης, χρονολογικής σειράς των δραστηριοτήτων ή γεγονότων που έλαβαν χώρα σε αυτή, με άλλα λόγια των διαδοχικών χρονολογικών φάσεων του πολιτισμού στη θέση αυτή».

Η ταξινόμηση των τεχνέργων που συγκεντρώθηκαν ακολουθεί την μετά την ανασκαφή. Η ταξινόμηση αποτελεί ένα βασικό εργαλείο αρχαιολογικής έρευνας που αντλεί πληροφορίες μέσα από την επεξεργασία και ανάλυση των χαρακτηριστικών των τεχνέργων. Περισσότερες πληροφορίες για τα τέχνεργα, εξάλλου, που συμβάλλουν στην κατανόηση και την ερμηνεία τους, μπορούμε να αντλήσουμε τόσο από τη μελέτη του αρχαιολογικού πλαισίου τους όσο και από δευτερογενείς βοηθητικές πηγές, όπως τα αρχαιολογικά παράλληλα, την εθνοαρχαιολογία και την πειραματική αρχαιολογία.

Η ταξινόμηση των τεχνέργων γίνεται συνήθως με βάση τρία είδη χαρακτηριστικών: α) μορφολογικά, β) στυλιστικά και γ) τεχνολογικά.
Το πιο συνηθισμένο είδος ταξινόμησης είναι αυτό που βασίζεται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των τεχνέργων (μέγεθος, σχήμα, διαστάσεις, χρώμα, διακόσμηση και υλικό). Στόχος των μορφολογικών ταξινομήσεων είναι συνήθως η βασική περιγραφή και παρουσίαση των ευρημάτων, καθώς και η χρονολόγησή τους. Επειδή η μέθοδος αυτή διευκολύνει τη σύγκριση με ευρήματα άλλων θέσεων ή χρονολογικών περιόδων, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στις αρχαιολογικές δημοσιεύσεις. «Η ταξινόμηση αυτή αποτελεί επίσης και το πρώτο βήμα για τον προσδιορισμό της λειτουργίας των τεχνέργων, καθώς συχνά πρώτα προσδιορίζονται οι τύποι με βάση τα χαρακτηριστικά της μορφής και στη συνέχεια επιχειρείται η ερμηνεία της λειτουργίας των τύπων αυτών».

Σε χαρακτηριστικά της μορφής, συγκεκριμένα στην τεχνοτροπία των ευρημάτων, βασίζονται και οι στυλιστικές ταξινομήσεις, οι οποίες στοχεύουν, εκτός από την χρονολόγηση των υλικών, στην περιγραφή της καλλιτεχνικής εξέλιξής τους και στον προσδιορισμό αρχαίων καλλιτεχνών, εργαστηρίων ή τοπικών παραδόσεων. Επίσης, από τις στυλιστικές ταξινομήσεις μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες για την πολιτισμική συμπεριφορά και την κοινωνική δομή των αρχαίων πολιτισμών.

Τέτοιου είδους πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε, εκτός από την μορφή των τεχνέργων, και από την μορφή και τον σχεδιασμό μιας αρχαιολογικής θέσης, καθώς και από το είδος, την διάταξη και τον συσχετισμό των τεχνέργων, των κατασκευών και των κτισμάτων που περιλαμβάνει η αρχαιολογική θέση. Με άλλα λόγια, η μελέτη του οικιστικού σχήματος, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο οι οικισμοί και οι άλλες θέσεις που σχετίζονται με την πολιτισμική δραστηριότητα του ανθρώπου κατανέμονται στον χώρο, είναι πολύ σημαντική για την κατανόηση μιας κοινωνίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην δυνατότητα του οικιστικού σχήματος να αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσαρμόζεται στο περιβάλλον του, χρησιμοποιεί τις διαθέσιμες φυσικές πηγές και θέτει τις κοινωνικές, οικονομικές και συμβολικές δομές της κοινωνίας του.

Εξίσου σημαντική είναι και η ανάλυση του περιβάλλοντος τοπίου μιας αρχαιολογικής θέσης ή περιοχής. Η μελέτη των φυσικών χαρακτηριστικών του τοπίου (έδαφος, γεωμορφολογία, βλάστηση, πανίδα) μας δίνει πληροφορίες που σχετίζονται με την ανθρώπινη δραστηριότητα, τη λατρεία, την κατοίκηση και τη χρήση γης. Η συσχέτιση του τρόπου κατανομής των αρχαιολογικών θέσεων με τόπους άντλησης φυσικών πόρων και με την ποιότητα της καλλιεργήσιμης γης, το είδος των καλλιεργειών και των φυσικών πόρων, αποτελούν σημαντικά στοιχεία που οδηγούν σε συμπεράσματα τόσο για την κοινωνική όσο και για την οικονομική οργάνωση της αρχαίας κοινωνίας.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι βασικός στόχος της αρχαιολογικής έρευνας είναι η κατανόηση και η ερμηνεία των πολιτισμών του παρελθόντος μέσω των υλικών καταλοίπων τους.  Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με τη μελέτη της αρχαιολογικής μαρτυρίας η οποία ακολουθεί κάποια βασικά στάδια, τα κυριότερα εκ των οποίων είναι ο εντοπισμός και καθορισμός των αρχαιολογικών θέσεων και δεδομένων, η ανασκαφή, η ταξινόμηση των ευρημάτων και, τέλος, η ανάλυση και ερμηνεία τόσο των ευρημάτων όσο και του αρχαιολογικού πλαισίου τους και του γενικότερου φυσικού περιβάλλοντος.

Leave a Reply, dear

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.