Αριστοτελικό Σύμπαν

Από τον στοχασμό του ύστερου Πλάτωνα και της Ακαδημίας και συγκεκριμένα  του Τίμαιου και του Επινομίδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η κοσμολογία του Αριστοτέλη.  Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι το σύμπαν αποτελείται από δύο διαφορετικά διατεταγμένα επίπεδα.  Η διάταξη αυτή δεν καθρεπτίζει την πλατωνική αντίθεση μεταξύ κόσμου εμπειρικού και κόσμου ιδεών.  Στη θέση του δεύτερου βρίσκεται ο τέλειος κόσμος του αριστοτέλη, εκείνος των ουρανών, των άστρων και των κινήσεων τους.

Σύμφωνα με την κοσμολογία του Αριστοτέλη ο κόσμος είναι πεπερασμένος, κλειστός, ιεραρχημένος.  Κατά τον Αριστοτέλη το σύμπαν είναι αιώνιο και λαβαίνει το ακόλουθο σχήμα:  Πρόκειται για μια τεράστια σφαίρα χωρισμένη σε μιαν ανώτερη και μια κατώτερη περιοχή από το σφαιρικό κέλυφος στο οποίο είναι τοποθετημένη η Σελήνη.  Η σελήνη -που βρίσκεται σε έναν ενδιάμεσο χώρο- ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι έχει ενδιάμεση φύση και τοποθετεί πάνω απ’ αυτή την ουράνια περιοχή, ενώ από κάτω τοποθετεί την γήινη ή υποσελήνια περιοχή.

Κάθε περιοχή διέπεται από τους δικούς της φυσικούς νόμους.  Τα σώματα στην κίνησή τους συμπεριφέρονται διαφορετικά ανάλογα με την περιοχή που βρίσκονται.  Η γήινη περιοχή χαρακτηρίζεται από το μεταβλητό το οποίο εκδηλώνεται από τις διαδικασίες της γένεσης, αύξησης, ελάττωσης και παρακμής και οι κινήσεις των σωμάτων είναι ευθύγραμμες και πεπερασμένες (δεν είναι ομαλές κυκλικές).  Αντιθέτως, ο χώρος πέρα απ’ τη σελήνη είναι αμετάβλητος, άφθαρτος και εντός του τα σώματα κινούνται τέλεια, ομαλά κυκλικά.  Στο έργο του Περί Ουρανού θα πρέπει να αναζητηθεί η καταγωγή αυτής της διάκρισης.

Για την υποσελήνια ή γήινη περιοχή, ο Αριστοτέλης, αναπτύσσει μια θεωρία ως προς την κίνηση η οποία βασίζεται σε δυο αρχές.  Σύμφωνα με την πρώτη αρχή η κίνηση δεν είναι ποτέ αυθόρμητη αλλά πίσω από αυτή βρίσκεται η επενέργεια μιας ενεργούσας δύναμης (κινούν) που βρίσκεται σε συνεχή επαφή με το κινούμενο σώμα.  Η δεύτερη αρχή είναι η διάκριση μεταξύ δύο τύπων κίνησης:  η κίνηση προς τον φυσικό τόπο του κινούμενου σώματος (φυσική κίνηση) και η κίνηση προς οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση (βίαιη ή εξαναγκασμένη κίνηση).  Στην περίπτωση της φυσικής κίνησης, το κινούν είναι η φύση του σώματος που είναι υπεύθυνη για την τά ση του να κινηθεί προς τον φυσικό του τόπο όπου σταματά όταν φτάνει.  Στην εξαναγκασμένη κίνηση το κινούν είναι κάποια εξωτερική δύναμη που υποχρεώνει το σώμα να κινηθεί προς διαφορετική διεύθυνση σε σχέση με το φυσικό του τόπο.  Η κίνηση σταματά όταν η εξωτερική δύναμη σταματήσει να ενεργεί.  Εδώ μιλάμε για την κίνηση με την σημασία της μετατόπισης αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι ο Αριστοτέλης χρησιμοποιούσε τον όρο ευρύτερα για να αποδώσει την αλλαγή ουσίας (γένεσις και φθορά), αλλαγή του μεγέθους (αύξησις και φθίσις), αλλαγή της ποιότητας (αλλοίωσις).

Με την θεωρία της αντιπερίστασης, ο Αριστοτέλης, θα επιχειρήσει να εξηγήσει γιατί η κίνηση συνεχίζει να υπάρχει όταν το κινούμενο σώμα χάσει την επαφή του με το κινούν.  Θα ισχυριστεί ότι το μέσο είναι εκείνο που αναλαμβάνει το ρόλο του κινούντος.  Αν και δεν είναι απολύτως σαφής, ορισμένοι ιστορικοί για να εξηγήσουν τη σκέψη του δίνουν το παράδειγμα του βέλους που καθώς απωθείται, ο αέρας (μέσο) καταλαμβάνει τον κενό χώρο που δημιουργείται πίσω από το βέλος ενεργώντας ως κινούσα δύναμη.  Πρόκειται για απάντηση συνεπή με την αρχή ότι δεν υπάρχει κίνηση δίχως τη συνεχή επενέργεια του κινούντος.

Ο Αριστοτέλης δεν διατύπωσε έναν καθολικό νόμο ως προς τη σχέση μεταξύ δύναμης, αντίστασης και ταχύτητας.  Επιχείρησε κάποιες ανιχνεύσεις και υποστήριξε, προκειμένου για τη φυσική κίνηση, ότι όταν πέφτουν δυο σώματα διαφορετικού βάρους, τα χρονικά διαστήματα για να καλυφθεί μια απόσταση είναι αντιστρόφως ανάλογα του βάρους τους.  Ενώ για την εξαναγκασμένη κίνηση υποστήριξε ότι αν μια δεδομένη  δύναμη κινήσει ένα δεδομένο βάρος για μια δεδομένη απόσταση σε δεδομένο χρονικό διάστημα, η ίδια δύναμη θα μετακινήσει το μισό βάρος για διπλάσια απόσταση στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Για την ύλη του επίγειου κόσμου, ο αριστοτέλης, αναπτύσσει την θεωρία ότι αποτελείται από τα παραδοσιακά τέσσερα στοιχεία:  αέρα, νερό, γη και φωτιά.  Κάθε στοιχείο από αυτά αποτελεί μια σφαίρα που ποτέ δεν σχηματίζεται στην τελειότητά της διότι τα στοιχεία αναμιγνύονται διαρκώς.  Και κάθε σώμα κινείται αυθόρμητα προς τον τόπο που καταλαμβάνει  η σφαίρα του επικρατέστερου σε αυτό στοιχείου, δηλαδή από κάτω προς τα πάνω: γη, νερό, αέρας και φωτιά.

Τον ουράνιο κόσμο, ο Αριστοτέλης, τον θεωρεί θείο και τέλειο (επίδραση από Πλάτωνα και τον Εύδοξο).  Από τον Εύδοξο αντλεί την θεωρία των σφαιρών στην επιφάνεια των οποίων λαμβάνει χώρα η κίνηση των ουράνιων σωμάτων.  Ο Αριστοτέλης δίνει υπόσταση στις σφαίρες και τις φαντάζεται ότι αποτελούνται από ένα  πέμπτο στοιχείο (πεμπτουσία).  Επίσης, τις φαντάζεται προικισμένες με κίνηση από τις οποίες εξαρτάται η κίνηση των άστρων.  Τα άυλα ακίνητα κινούντα που θεωρεί πως επιδρούν τα θεωρεί θείους νόες που εξαρτώνται από το ακίνητον κινούν, τον Θεό (μεταπηδώντας από το αστρολογικό στο θεολογικό επίπεδο).  Το ακίνητο κινούν αποτελεί τον κρίκο που συνδέει τη φυσική, την αστρονομία του και τη θεολογία του και γι’ αυτο κατέχει καίρια θέση στο συλλογισμό του.